.
.
Υμνώ

Έπαρ’ με, κόρ’/Έμπα σο χορόν

Έπαρ’ με, κόρ’/Έμπα σο χορόν
fullscreen
Έπαρ’ με, κόρ’, έπαρ’ με,
ρίζα μ’, ποδεδίζω σε
Μετ’ εμέν θα ζεις καλά,
θα χαρεντερίζω σε

Έπαρ’ με, κόρ’, έπαρ’ με,
είμαι άξιον παλληκάρ’
Ση χωρί’ μ’ τα κορτσόπα
πολλά έχω εχτιπάρ’

Το γομάρι μ’ αλεύρι͜α,
εύρα την πελιά μ’, εύρα
Άμον ζαντός πορπατώ,
να χ̌αίρουμαι ’κ’ επορώ

♫

Έλα έμπα σο χορόν,
εσέν λέγω, κορτσόπον
Μαζί να χορεύομε
το χορόν το Τρομαχτόν

Έχω εγώ τρανόν χαράν,
χόρεψον σ’ εμόν το γιάν’
Και ας ση χαράν πετώ
το χ̌ερόπο σ’ να κρατώ

Σίτι͜α εμείς χορεύομε
κάτ’ έχομ’ να λέγομε
Εμέναν αν αγαπάς
ήντι͜αν λέω σε να ευτάς

Ο χορόν προτού τελέν’
φύγον κι έλα μετ’ εμέν
«Ενεγκάστα,» πέει «εγώ
’κ’ επορώ να χορεύω»

Μετ’ ατό τη μαχανάν
έλα σ’ εμόν την οτάν
Μόνασον έναν βραδήν
μετ’ εμέν τον σεβνταλήν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
βραδήνβράδυ
γιάν’πλάι, πλευρά yan
γομάριφορτίο (από ξύλο ή χόρτα) που το έφεραν στην πλάτη ή στην ράχη ζώου
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμπα(προστ.) μπες
ενεγκάστακουράστηκα
έπαρ’(προστ.) πάρε
επορώμπορώ
εύραβρήκα, (ιδιωμ. προστ.) βρες
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω
εχτιπάρ’αξιοπρέπεια, κύρος, αξιοπιστία itibar/iʿtibār
ζαντόςτρελός σάννας
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπακοριτσάκια
κορτσόπονκοριτσάκι
μαχανάνδικαιολογία, άλλοθι bahane/bahāne<vahānag (μεσ.περσ.)
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
μόνασον(προστ.) φιλοξένησε για διανυκτέρευση
οτάνδωμάτιο oda
πέει(προστ.) πες
πελιάβάσανο, σκοτούρα bela
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πορπατώπερπατάω
σεβνταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı
σίτι͜ακαθώς, ενώ σόταν<εις όταν
τελέν’(μεταβ.) τελειώνω/ει κτ
τρομαχτόνονομασία ποντιακού χορού
φύγον(προστ.) φύγε
χ̌αίρουμαιχαίρομαι
χ̌ερόποχεράκι
χαρεντερίζωχαροποιώ, ψυχαγωγώ
χορεύομεχορεύουμε
χόρεψον(προστ.) χόρεψε
χωρί’χωριού
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
βραδήνβράδυ
γιάν’πλάι, πλευρά yan
γομάριφορτίο (από ξύλο ή χόρτα) που το έφεραν στην πλάτη ή στην ράχη ζώου
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμπα(προστ.) μπες
ενεγκάστακουράστηκα
έπαρ’(προστ.) πάρε
επορώμπορώ
εύραβρήκα, (ιδιωμ. προστ.) βρες
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω
εχτιπάρ’αξιοπρέπεια, κύρος, αξιοπιστία itibar/iʿtibār
ζαντόςτρελός σάννας
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπακοριτσάκια
κορτσόπονκοριτσάκι
μαχανάνδικαιολογία, άλλοθι bahane/bahāne<vahānag (μεσ.περσ.)
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
μόνασον(προστ.) φιλοξένησε για διανυκτέρευση
οτάνδωμάτιο oda
πέει(προστ.) πες
πελιάβάσανο, σκοτούρα bela
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πορπατώπερπατάω
σεβνταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı
σίτι͜ακαθώς, ενώ σόταν<εις όταν
τελέν’(μεταβ.) τελειώνω/ει κτ
τρομαχτόνονομασία ποντιακού χορού
φύγον(προστ.) φύγε
χ̌αίρουμαιχαίρομαι
χ̌ερόποχεράκι
χαρεντερίζωχαροποιώ, ψυχαγωγώ
χορεύομεχορεύουμε
χόρεψον(προστ.) χόρεψε
χωρί’χωριού
Έπαρ’ με, κόρ’/Έμπα σο χορόν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost