.
.
Enisen İfiloti

Enisen İfiloti (Ένοισεν η φυλλωτή)

Στιχουργοί: İhsan Eş
Συνθέτες: İhsan Eş
Enisen İfiloti (Ένοισεν η φυλλωτή)
Στιχουργοί: İhsan Eş
Συνθέτες: İhsan Eş
fullscreen
Ένοισεν η φυλλωτή¹,
εξέβαμ’ σα κορφάντας
Ο Θεός εδώκ̌ε σε
αβούτα τ’ εμορφάντας

Έκιτι κρύον νερόν,
ατό κάμ’ κ̌ι εγώ τερώ
Επήρανε τη σεβντά μ’,
εγώ τίναν ν’ επαίρω;
Επήρανε τη σεβντά μ’,
εγώ τίναν ν’ επαίρω; [ψ̌η μ’] 
ποίον δρόμον ν’ επαίρω;

Χτένισον τα μαλλία σ’,
ποίσον ατα ιπρισ̌ίμ
Δέσον ατα ση γούλα μου,
σύρον κ̌ι έπαρ’ κ̌αι την ψ̌η μ’

Λάμψον, νε ήλο̤ μ’, λάμψον,
σαχίν μη βασιλεύεις
Τα τέρτι͜α μου πολλά είναι,
τ’ εμισ̌ά να σιλεύεις
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αβούτααυτά
ατααυτά
γούλαλαιμός gula
δέσον(προστ.) δέσε
έκιτιέκφραση αναπόλησης που υποδηλώνει νοσταλγία για κάτι παρελθοντικό hey gidi
εμισ̌ά(ιδιωμ. μαυροθ.) μισά
εμορφάντας(ιδιωμ.) ομορφιές
ένοισεν(ιδιωμ. μαυροθ.) άνοιξε
εξέβαμ’βγήκαμε, ανεβήκαμε πάνω
έπαρ’(προστ.) πάρε
ιπρισ̌ίμμεταξόνημα, κάτι δεμένο με μεταξόνημα ibrişim/ebrīşum
κάμ’δουλεύει κάματος
κορφάντας(ιδιωμ.) κορφές
λάμψον(προστ.) λάμψε
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σαχίν(επιφ.) ποτέ!, μακάρι να μην! sakın
σεβντάαγάπη, έρωτας sevda/sevdā
σιλεύειςσβήνεις silmek
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert
τερώκοιτώ
τίνανποιον/α
φυλλωτή(ιδιωμ. μαυροθ.) φυλλωσιά, το φύλλωμα ενός δέντρου ή μεγάλου θάμνου
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αβούτααυτά
ατααυτά
γούλαλαιμός gula
δέσον(προστ.) δέσε
έκιτιέκφραση αναπόλησης που υποδηλώνει νοσταλγία για κάτι παρελθοντικό hey gidi
εμισ̌ά(ιδιωμ. μαυροθ.) μισά
εμορφάντας(ιδιωμ.) ομορφιές
ένοισεν(ιδιωμ. μαυροθ.) άνοιξε
εξέβαμ’βγήκαμε, ανεβήκαμε πάνω
έπαρ’(προστ.) πάρε
ιπρισ̌ίμμεταξόνημα, κάτι δεμένο με μεταξόνημα ibrişim/ebrīşum
κάμ’δουλεύει κάματος
κορφάντας(ιδιωμ.) κορφές
λάμψον(προστ.) λάμψε
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
σαχίν(επιφ.) ποτέ!, μακάρι να μην! sakın
σεβντάαγάπη, έρωτας sevda/sevdā
σιλεύειςσβήνεις silmek
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert
τερώκοιτώ
τίνανποιον/α
φυλλωτή(ιδιωμ. μαυροθ.) φυλλωσιά, το φύλλωμα ενός δέντρου ή μεγάλου θάμνου
ψ̌ηψυχή
Enisen İfiloti (Ένοισεν η φυλλωτή)
Σημειώσεις
¹ (εκφ) άνοιξαν πράσινα φύλλα, μτφ. πρασίνισε ο τόπος

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost