.
.
Οι Ερωτόληπτοι

Σκηνή 10η

fullscreen
(εισέρχεται ο Αμανάτογλου)

ΑΜΑΝΑΤΟΓΛΟΥ: Ποίος έν’ που κρατεί τον υιό μ’;
(προς τον χωρικόν) Ατόν άφ’ς α’, εχάθες!
Ντ’ εποίκε σας κι έχ̌ετ’ ατον δεμένον, ντο γαβγάδες
είναι ντ’ ακούω; Πέτε με!

ΝΤΑΪΣΑΒΒΑΣ: Πολλά πα μη γουζεύεις.
Θα λέμ’ εσέν ντ’ εγέντονε, να ξέρεις ντο υιόν έ͜εις.
Πήρε την κόρη μ’, έφυεν και σα ραχ̌ι͜ά εβγαίν’νεν!

ΑΜΑΝΑΤΟΓΛΟΥ: Πού έν’ η κόρ-τ-ς; Ας έρτ’ αδά!

ΝΤΑΪΣΑΒΒΑΣ: Αδά ένι, έχ̌’ κι έρ’ται.

ΑΜΑΝΑΤΟΓΛΟΥ: Παρθένα, τον Γεώρ’ παίρτς ατον;

ΠΑΡΘΕΝΑ: Ποπάν, παίρ’ ατον, φέρτε
να στεφανών’ μας και τελειών’ αούτον η δουλεία.

ΝΤΑΪΣΑΒΒΑΣ: Συμπέθερε, το χ̌έρι σου δος με κι η Παναγία
να ευλογίζ’ τα νεόνυμφα κι αρ’ πάμ’ σην εγκλησία.

ΓΙΑΝΝΕΣ: Δος με κι εσύ την Δέσποιναν, Πασ̌αγιαννίνα θεία,
να ’χάν’νταν όλα τ’ άπρεπα και ’γίν’ταν δύο γάμοι.

ΠΑΣΑΓΙΑΝΝΙΝΑ: Τ’ εσόν ας έν’, έπαρ’ ατεν, γαμπρόν ποιώ σε, Γιάννε!

ΧΩΡΙΚΟΙ: Παιδία, καλορίζικα! Χρόνα̤ πολλά να ζείτε
και χαρεμένα και καλά πολλά παιδία να ποί’τε!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
α’(ατό) αυτό, το
αδάεδώ
αούτοναυτόν
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ατεναυτήν
άφ’ς(προστ.) άφησε
γουζεύειςνευριάζεις, ανάβεις, φουντώνεις kızmak
δοςδώσε
δουλείαδουλειά, εργασία
έ͜ειςέχεις
εβγαίν’νενέβγαινε
εγέντονεέγινε
εγκλησίαεκκλησία
έν’είναι
ένιείναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
εποίκεέκανε, έφτιαξε ποιέω-ῶ
έρ’ταιέρχεται
εσόνδικός/ή/ό σου
έφυενέφυγε
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρ’ταιείναι στον ερχομό, έρχεται
εχάθεςχάθηκες
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
παπάλι, επίσης, ακόμα
παιδίαπαιδιά
παίρ’παίρνω/ει
παίρτςπαίρνεις
πέτε(προστ.) πείτε
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ποπάνπαπά
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
’χάν’ντανχάνονταν, διώχνονταν
χαρεμέναχαρούμενα
χρόνα̤χρόνια
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
α’(ατό) αυτό, το
αδάεδώ
αούτοναυτόν
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ατεναυτήν
άφ’ς(προστ.) άφησε
γουζεύειςνευριάζεις, ανάβεις, φουντώνεις kızmak
δοςδώσε
δουλείαδουλειά, εργασία
έ͜ειςέχεις
εβγαίν’νενέβγαινε
εγέντονεέγινε
εγκλησίαεκκλησία
έν’είναι
ένιείναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
εποίκεέκανε, έφτιαξε ποιέω-ῶ
έρ’ταιέρχεται
εσόνδικός/ή/ό σου
έφυενέφυγε
έχ̌’έχει
έχ̌’ κι έρ’ταιείναι στον ερχομό, έρχεται
εχάθεςχάθηκες
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
παπάλι, επίσης, ακόμα
παιδίαπαιδιά
παίρ’παίρνω/ει
παίρτςπαίρνεις
πέτε(προστ.) πείτε
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ποπάνπαπά
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
’χάν’ντανχάνονταν, διώχνονταν
χαρεμέναχαρούμενα
χρόνα̤χρόνια

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost