.
.
Οι Ερωτόληπτοι

Σκηνή 2η

fullscreen
(εισέρχεται η Παρθένα)

ΠΑΡΘΕΝΑ: Γερίκα, ψ̌η μ’, αδά είσαι, κάθεσαι σα μονάχα
σ’ οσπίτ’ απέσ’; Έβγ’ εξ̌ουκέσ’, τ’ εσά φόρ’ τα σιλάχα.
Και σ’ όρα̤ κιάν’ δέβα πορπάτ’, π’ ελέπ’νε σε να λέγ’ν’ α’
«Ντο παλληκάρ’ παιδίν θα παίρ’ του Σάββα η Παρθένα!»

ΓΕΩΡΙΚΑΣ: Παρθένα, καλώς όρισες, γιάτ’ άργησες, νε ψ̌όπο μ’,
τόσον καιρόν! Κι εμαύρισες τ’ άκλερον το καρδόπο μ’!
Παρθένα, ποδεδίζω σε, ατσ̌άπς ο κύρη σ’ θέλει
γυναίκα ’σεν να δίγει με, να ζούμ’ γάλα και μέλι
και τιπ ζαντός θα γίνουμαι, αν ’κ’ επορώ να ποίγ’ α’
και νε σον κόσμον θε να ζω, Παρθένα μ’, παρ’γορία!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
α’(ατό) αυτό, το
αδάεδώ
άκλερονάκληρο, φτωχό, δύστυχο, ταλαίπωρο
απέσ’μέσα
ατσ̌άπςάραγε, αναρωτιέμαι acaba/ʿacebā
γίνουμαιγίνομαι
δέβα(προστ.) πήγαινε
δίγειδίνει
ελέπ’νεβλέπουνε
επορώμπορώ
εσάδικά σου/σας
ζαντόςτρελός σάννας
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καρδόποκαρδούλα
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
λέγ’ν’λένε
όρα̤όρη, βουνά
οσπίτ’σπίτι hospitium<hospes
παίρ’παίρνω/ει
παρ’γορίαπαρηγοριά
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πορπάτ’(προστ.) περπάτα
φόρ’(προστ.) φόρεσε
ψ̌ηψυχή
ψ̌όποψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
α’(ατό) αυτό, το
αδάεδώ
άκλερονάκληρο, φτωχό, δύστυχο, ταλαίπωρο
απέσ’μέσα
ατσ̌άπςάραγε, αναρωτιέμαι acaba/ʿacebā
γίνουμαιγίνομαι
δέβα(προστ.) πήγαινε
δίγειδίνει
ελέπ’νεβλέπουνε
επορώμπορώ
εσάδικά σου/σας
ζαντόςτρελός σάννας
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καρδόποκαρδούλα
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
λέγ’ν’λένε
όρα̤όρη, βουνά
οσπίτ’σπίτι hospitium<hospes
παίρ’παίρνω/ει
παρ’γορίαπαρηγοριά
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πορπάτ’(προστ.) περπάτα
φόρ’(προστ.) φόρεσε
ψ̌ηψυχή
ψ̌όποψυχούλα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost