.
.
Ιστορία και Λαογραφία της Σαντάς

Θάνατος | Γεωργίου Πατσ̌άκονος

Ν’ αϊλί εμέν, να χα εμέν,
άλλο ’κ’ είδα αΐκον
Απόψ’ είδα ’ναν όρωμαν,
έτον πολλά ατσ̌αΐπ’κον
Είδα τη θάλασσαν γαράν,
τα παπόρι͜α γιαπία
Είδα ζώσκουμ’ έναν ζωνάρ’,
δεκαπέντε αλι͜απία
Είδα τη πεθερού μ’ τ’ οσπίτ’
όλεν βρούλαν γομάτον
και η αγάπη μ’ σ’ οσπιτί’
τη μέσεν εκοιμάτον
Είδα ερρούξα σο ποτάμ’,
εγέμ’ και περισ̌άν’ -ι
Ατσάπς αβούτο τ’ όρωμαν
σα ποίον έν’ νισ̌άνι;
Όποιος εξηγίζει͜ ατο
να ιεύ’ σην καρδία μ’
άμον ντο λέγ’ ατ’ αδακά
’γώ με την τραβωδία μ’
Ας εξηγίζ’ ατο ογώ
κι εσείν αφουκρεθέτεν
και ως να τελειών’ ατο,
εσείν ωρία κλαίτεν
Η θάλασσα έν’ ουρανόν
και το ζωνάρ’ ο ήλεν
Ν’ αϊλί ατέν την άκλερον
το χαπάρ’ αν επήρεν
Το χ̌ι͜όν’ κρύον η ξενιτει͜ά,
το τέλος εθε ’κ’ έρ’ται
Το αίμαν έν’ ο θάνατον,
χαπάρ’ όθεν έν’ έρ’ται
Η φωτία έν’ καμονή,
αγάπ’ς τυρι͜αννισίαν
Μάνα, τ’ αρνί σ’ επέθανεν
σ’ έρημον την Περσίαν
Τη ποταμί’ το ρούξιμον
ντ’ εγέμ’ και περισ̌άν’ -ι
Τα δά̤κρυ͜α σ’ θα τρέχ’νε ποτάμ’
σ’ εκείνο είν’ νισ̌άνι
Κλάψο με, μάνα, φλιβερά,
επέμ’να σα γαρίπ’κα
Τη ξενιτείας τα μέρι͜α
για τ’ εμάς είν’ αΐκα
Μάνα, ’γώ ας δι͜ατάχκουμαι,
όλι͜α ντο λέγω ποίσον
Ατό τ’ έρημον την οτά μ’
ασκηταρείον χτίσον
Ατού σον τόπον ντ’ εκοιμούμ’
βάλεν εσύ εικόναν,
τον Α’έρ’, Αε-Θόδωρον
και τον Αε-Νικόλαν
Ποίσον και το κοιμητέρι μ’,
βάλεν απέσ’ καντήλαν
κι ας έρχουν τονατεύ’ν’ ατο
εμέν οι φίλ’ που ’κ’ είδαν
Κι εσύ όσα θα κρούει κωδών’
το καντηλόπο μ’ άψον
Όσα κρούω κι ογώ σο νου σ’,
δέβα εκαικά και κλάψον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αβούτοαυτό
αγάπ’ςαγάπης
αδακάεδώ κόντα
Α’έρ’αϊ-Γιώργη
αΐκατέτοια/ες
αΐκοντέτοιο/α
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άκλερονάκληρο, φτωχό, δύστυχο, ταλαίπωρο
αλι͜απίαπήχεις αγν.ετυμολογίας
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απέσ’μέσα
ατέναυτήν
ατόαυτό
ατούεκεί (σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση)
ατσ̌αΐπ’κονπερίεργο, εκκεντρικό, προκλητικό acayip/ʿacāʾib trae
αφουκρεθέτεν(προστ.) αφουγκραστείτε
άψον(προστ.) άναψε
βάλεν(προστ.) βάλε
βρούλανφλόγα brûler fr
γαρίπ’καξένα, μοναχικά, φτωχά, ανήμπορα garip/ġarīb trae
γιαπίαημιτελές οικοδομές yapı tr
γομάτονγεμάτο/η
δέβα(προστ.) πήγαινε
δι͜ατάχκουμαιδιατάζω, ορίζω, δίνω οδηγίες, κάνω διαθήκη
εγέμ’έγινα
εθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
είν’(για πληθ.) είναι
εκαικάεκεί κοντά ακριβώς, εκεί κάτω
εκοιμάτονκοιμόταν
εκοιμούμ’κοιμόμουν
έν’είναι
εξηγίζ’εξηγώ/είς
εξηγίζειεξηγεί
επέθανενπέθανε
επέμ’νααπόμεινα
επήρενπήρε
ερρούξαέπεσα
έρ’ταιέρχεται
έρχουνέρχονται
εσείνεσείς
έτονήταν
ζωνάρ’ζώνη
ζώσκουμ’ζώνομαι, φορώ πάνω μου ζώννυμι gr
ήλενήλιος/ήλιο
θάνατονθάνατος
ιεύ’ταιριάζει uymak tr
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καμονήκαημός
καντηλόποκαντηλάκι
κλάψο(προστ.) κλάψε
κλάψον(προστ.) κλάψε
κρούειχτυπάει κρούω gr
κρούωχτυπώ
κωδών’κουδούνι
μέρι͜αμέρη
μέσενμέση
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νισ̌άνισημάδι, στόχος, αρραβώνας nişan/nişān irtr
ογώεγώ
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
όρωμανόνειρο
όσαόσες φορές, κάθε που, όποτε
οσπίτ’σπίτι hospitium<hospes it
οσπιτί’σπιτιού hospitium<hospes it
οτάδωμάτιο oda tr
παπόρι͜αβαπόρια, καράβια vapore it
περισ̌άν’εξαθλιωμένo, κακομοίρη, δυστυχή perişan/perīşān trir
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ποτάμ’ποτάμι
ποταμί’ποταμιού
ρούξιμονπέσιμο
τονατεύ’ν’διακοσμούν, στολίζουν, (για τραπέζι) στρώνουν μεγαλοπρεπώς, καλλωπίζουν donatmak tr
τραβωδίατραγούδι
τρέχ’νετρέχουν
τυρι͜αννισίαντυράννια, ταλαιπωρία
φίλ’(προστ. φιλώ) φίλα, (πληθ. φίλον) φίλοι
φλιβεράθλιβερά
χαπάρ’χαμπάρι, είδηση, μαντάτο haber/ḫaber trae
χ̌ι͜όν’χιόνι
χτίσον(προστ.) χτίσε, φτιάξε
ωρία(προστ.) πρόσεξε, φύλαξε, φυλάξου, επέβλεψε ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω gr
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αβούτοαυτό
αγάπ’ςαγάπης
αδακάεδώ κόντα
Α’έρ’αϊ-Γιώργη
αΐκατέτοια/ες
αΐκοντέτοιο/α
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άκλερονάκληρο, φτωχό, δύστυχο, ταλαίπωρο
αλι͜απίαπήχεις αγν.ετυμολογίας
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απέσ’μέσα
ατέναυτήν
ατόαυτό
ατούεκεί (σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση)
ατσ̌αΐπ’κονπερίεργο, εκκεντρικό, προκλητικό acayip/ʿacāʾib trae
αφουκρεθέτεν(προστ.) αφουγκραστείτε
άψον(προστ.) άναψε
βάλεν(προστ.) βάλε
βρούλανφλόγα brûler fr
γαρίπ’καξένα, μοναχικά, φτωχά, ανήμπορα garip/ġarīb trae
γιαπίαημιτελές οικοδομές yapı tr
γομάτονγεμάτο/η
δέβα(προστ.) πήγαινε
δι͜ατάχκουμαιδιατάζω, ορίζω, δίνω οδηγίες, κάνω διαθήκη
εγέμ’έγινα
εθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
είν’(για πληθ.) είναι
εκαικάεκεί κοντά ακριβώς, εκεί κάτω
εκοιμάτονκοιμόταν
εκοιμούμ’κοιμόμουν
έν’είναι
εξηγίζ’εξηγώ/είς
εξηγίζειεξηγεί
επέθανενπέθανε
επέμ’νααπόμεινα
επήρενπήρε
ερρούξαέπεσα
έρ’ταιέρχεται
έρχουνέρχονται
εσείνεσείς
έτονήταν
ζωνάρ’ζώνη
ζώσκουμ’ζώνομαι, φορώ πάνω μου ζώννυμι gr
ήλενήλιος/ήλιο
θάνατονθάνατος
ιεύ’ταιριάζει uymak tr
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καμονήκαημός
καντηλόποκαντηλάκι
κλάψο(προστ.) κλάψε
κλάψον(προστ.) κλάψε
κρούειχτυπάει κρούω gr
κρούωχτυπώ
κωδών’κουδούνι
μέρι͜αμέρη
μέσενμέση
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νισ̌άνισημάδι, στόχος, αρραβώνας nişan/nişān irtr
ογώεγώ
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
όρωμανόνειρο
όσαόσες φορές, κάθε που, όποτε
οσπίτ’σπίτι hospitium<hospes it
οσπιτί’σπιτιού hospitium<hospes it
οτάδωμάτιο oda tr
παπόρι͜αβαπόρια, καράβια vapore it
περισ̌άν’εξαθλιωμένo, κακομοίρη, δυστυχή perişan/perīşān trir
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ποτάμ’ποτάμι
ποταμί’ποταμιού
ρούξιμονπέσιμο
τονατεύ’ν’διακοσμούν, στολίζουν, (για τραπέζι) στρώνουν μεγαλοπρεπώς, καλλωπίζουν donatmak tr
τραβωδίατραγούδι
τρέχ’νετρέχουν
τυρι͜αννισίαντυράννια, ταλαιπωρία
φίλ’(προστ. φιλώ) φίλα, (πληθ. φίλον) φίλοι
φλιβεράθλιβερά
χαπάρ’χαμπάρι, είδηση, μαντάτο haber/ḫaber trae
χ̌ι͜όν’χιόνι
χτίσον(προστ.) χτίσε, φτιάξε
ωρία(προστ.) πρόσεξε, φύλαξε, φυλάξου, επέβλεψε ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω gr

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost