.
.
Βάλλω την σ̌άπκα μ’ ζαρωτά

Αϊλί εμέν εγέρασα

Αϊλί εμέν εγέρασα
Αρνί μ’, σα χ̌έρι͜α σ’ εγράστεν
τ’ ώρας ι-μ’ το κιοστέκ’ -ι
Έπαρ’ με -ν- σ’ εγκαλόπο σου,
η ψ̌η μ’ εβγαίν’ και στέκει

Ας σο δρανί σ’ από ’πάν’ κέσ’
δι͜αβαίνω, αντιδι͜αβαίνω
’Κι λες ας σο χατίρ’ν εθε
«οξ̌ώκα -ν- ας εβγαίνω»

Ν’ αϊλί εμέν εγέρασα,
σα μεσοστράτι͜α επέμ’να
Για τ’ έναν κόρ’ και μαναχόν
εσ̌άσ̌εψα κι επέμ’να

Τ’ άλλα τα στράτας άν’ πάγ’νε,
τ’ άλλα κα’, τ’ άλλ’ ομάλια
Τ’ εμόν του καρίπ’ η στράτα
νέ κα’ πάει, νέ ομάλια
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άν’άνω, πάνω, άνωθεν
αντιδι͜αβαίνωξαναπερνώ, πηγαινοέρχομαι
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
δι͜αβαίνω(για τόπο) περνώ, διασχίζω, (για χρόνο) περνώ διαβαίνω gr
δρανίφεγγίτης, άνω μέρος στέγης, οριζόντια στέγη σπιτιού
εβγαίν’βγαίνει
εβγαίνωβγαίνω
εγέρασαγέρασα
εγκαλόποαγκαλιά, αγκαλίτσα
εγράστενφθάρηκε, έλιωσε γράνω/γραίνω (=ροκανίζω, κατατρώγω) gr
εθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έπαρ’(προστ.) πάρε
επέμ’νααπόμεινα
εσ̌άσ̌εψασάστισα, τα έχασα şaşmak tr
κα’κάτω
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κιοστέκ’αλυσίδα που είναι προσαρτημένη στο τέλος ενός ρολογιού köstek/kūstak (Nişanyan) trir
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μεσοστράτι͜αμέση των δρόμων
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νέούτε ne tr
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
πάγ’νεπηγαίνουν, έφυγαν, πάνε
’πάν’(απάν’) πάνω
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
χατίρ’νχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
ψ̌ηψυχή
ώραςώρες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άν’άνω, πάνω, άνωθεν
αντιδι͜αβαίνωξαναπερνώ, πηγαινοέρχομαι
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
δι͜αβαίνω(για τόπο) περνώ, διασχίζω, (για χρόνο) περνώ διαβαίνω gr
δρανίφεγγίτης, άνω μέρος στέγης, οριζόντια στέγη σπιτιού
εβγαίν’βγαίνει
εβγαίνωβγαίνω
εγέρασαγέρασα
εγκαλόποαγκαλιά, αγκαλίτσα
εγράστενφθάρηκε, έλιωσε γράνω/γραίνω (=ροκανίζω, κατατρώγω) gr
εθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α- gr
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έπαρ’(προστ.) πάρε
επέμ’νααπόμεινα
εσ̌άσ̌εψασάστισα, τα έχασα şaşmak tr
κα’κάτω
καρίπ’μοναχικό, ορφανό, εξαθλιωμένο garip/ġarīb trae
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κιοστέκ’αλυσίδα που είναι προσαρτημένη στο τέλος ενός ρολογιού köstek/kūstak (Nişanyan) trir
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μεσοστράτι͜αμέση των δρόμων
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νέούτε ne tr
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
πάγ’νεπηγαίνουν, έφυγαν, πάνε
’πάν’(απάν’) πάνω
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
χατίρ’νχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
ψ̌ηψυχή
ώραςώρες
Αϊλί εμέν εγέρασα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost