.
.
Ο Σιμούλτς κι ο Πόλιον μίαν κι άλλο

Σο παρχάριν ’κι πάω

Σο παρχάριν ’κι πάω
Σο παρχάριν ’κι πάω,
άλλο ’κι παρχαρεύω [Ούι αμάν!]
Θεία μ’, με το κορτσόπο σ’
άλλο ’κι μασχαρεύω [Ούι αμάν!]

Τ’ εμέρα τα κοσσάρας
σην φωλέαν ’κι ωβάζ’νε [Ούι αμάν!]
Τ’ έμορφα τα κορτσόπα
εγκάλιαν ’κι χορτάζ’νε [Ούι αμάν!]

Εκεί πέρα θεμών’ έν’,
η τρυγόνα τ’ εμόν έν’ [Ούι αμάν!]
Το φιστάν’ ατ’ς αλατσ̌ά -ν
θα σύρω την ταπάντσ̌αν [Ούι αμάν!]

Το φιστάνι σ’ ζαΐφκον,
κόρη, τα κάλλι͜α σ’ κρύψον [Ούι αμάν!]
Τη χώρας σ̌κύλ’ παιδία -ν
σύρ’νε σε ση σκοτίαν [Ούι αμάν!]

Άψον την λάμπαν, άψον, 
όλα τα ξύλα σ’ κάψον [Ούι αμάν!]
Την πόρταν ανοιχτόν άφ’ς,
αν ’κ’ έρχουμ’ ανάσκαψον [Ούι αμάν!]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αλατσ̌άπολύχρωμο, παρδαλό alaca tr
ανάσκαψον(προστ.) βλαστήμησε, βρίσε
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άφ’ς(προστ.) άφησε
άψον(προστ.) άναψε
εγκάλιαν(αιτ.) αγκαλιά
εμέρα(ιδιωμ. Νικόπολης) δικά μας
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμορφαόμορφα
έν’είναι
έρχουμ’ερχόμουν
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf trae
θεμών’θημωνιά, σωρός από θερισμένα σπαρτά ή άλλα φυτά και ειδικότερα ο δεμένος
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κάλλι͜ακάλλη
κάψον(προστ.) κάψε
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κορτσόπακοριτσάκια
κορτσόποκοριτσάκι
κοσσάρας(πληθ.) κότες, (γεν.) κότας, οι κλώσσες (ιδιωμ.Νικόπολης)
κρύψον(προστ.) κρύψε
μασχαρεύωαστειεύομαι, διακωμωδώ maskara/masḫara trae
παιδίαπαιδιά
παρχαρεύωπαραθερίζω σε θερινό βοσκότοπο (παρχάρι)
παρχάρινορεινός τόπος θερινής βοσκής
σκοτίανσκοτάδι
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
σύρ’νεσέρνουν, τραβούν, ρίχνουν
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
ταπάντσ̌ανόπλο tabanca tr
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
φιστάν’φουστάνι fistan<fustān trae
φιστάνιφουστάνι fistan<fustān<piştān trae
φωλέανφωλιά
χορτάζ’νεχορτάζουν
χώραςξένος/η/ο/οι γενικά, οι/το/τα μη οικείο/α, ξενιτειάς
ωβάζ’νεκάνουν αβγά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αλατσ̌άπολύχρωμο, παρδαλό alaca tr
ανάσκαψον(προστ.) βλαστήμησε, βρίσε
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άφ’ς(προστ.) άφησε
άψον(προστ.) άναψε
εγκάλιαν(αιτ.) αγκαλιά
εμέρα(ιδιωμ. Νικόπολης) δικά μας
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έμορφαόμορφα
έν’είναι
έρχουμ’ερχόμουν
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf trae
θεμών’θημωνιά, σωρός από θερισμένα σπαρτά ή άλλα φυτά και ειδικότερα ο δεμένος
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κάλλι͜ακάλλη
κάψον(προστ.) κάψε
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κορτσόπακοριτσάκια
κορτσόποκοριτσάκι
κοσσάρας(πληθ.) κότες, (γεν.) κότας, οι κλώσσες (ιδιωμ.Νικόπολης)
κρύψον(προστ.) κρύψε
μασχαρεύωαστειεύομαι, διακωμωδώ maskara/masḫara trae
παιδίαπαιδιά
παρχαρεύωπαραθερίζω σε θερινό βοσκότοπο (παρχάρι)
παρχάρινορεινός τόπος θερινής βοσκής
σκοτίανσκοτάδι
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
σύρ’νεσέρνουν, τραβούν, ρίχνουν
σύρωσέρνω, τραβώ, ρίχνω
ταπάντσ̌ανόπλο tabanca tr
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
φιστάν’φουστάνι fistan<fustān trae
φιστάνιφουστάνι fistan<fustān<piştān trae
φωλέανφωλιά
χορτάζ’νεχορτάζουν
χώραςξένος/η/ο/οι γενικά, οι/το/τα μη οικείο/α, ξενιτειάς
ωβάζ’νεκάνουν αβγά
Σο παρχάριν ’κι πάω

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost