.
.
Τη ψ̌ης ι-μ’ τραωδίας

Ο ουρανόν ’καπάτεψεν

Ο ουρανόν ’καπάτεψεν
Ο ουρανόν ’καπάτεψεν,
τα λίβι͜α τ’ εμάζεψεν
Γιάμ’ θα βρέχ̌’, γιάμ’ θα χ̌ι͜ονίζ’,
τ’ αρνί μ’ τιδέν ’κι νουνίζ’

Έμορφος, μελαχρινέσσα,
τσ̌εχέλαινα, παλαλέσσα
Τ’ ακιλόπον ατ’ς λιφτόν,
απάν’ ι-μ’ όλιον γριβών’

Δύο κι έναν ευτάν’ τρίαν,
ποίσον καλόν λογαρίαν!
Νούντσον και τα υστερνά
ντο θα λέν’ από πιρνά

Ολίον τσιμίδ’ ας έ͜εις,
μετ’ εμέν εσύ μη παί͜εις!
Δέβα χάθ’ από σιμά μ’
να μη ευρήκω την πελιά μ’!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ακιλόπονμυαλουδάκι akıl/ʿaḳl trae
απάν’πάνω
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βρέχ̌’βρέχει
γιάμ’μήπως, ή μη ya/yā + μη trgr
γριβών’προσκολλάται, γαντζώνεται αγριφώνω<agrafer<grappa frit
δέβα(προστ.) πήγαινε
έ͜ειςέχεις
έμορφοςόμορφος/η
ευρήκωβρίσκω
ευτάν’κάνουν, φτιάχνουν εὐθειάζω gr
’καπάτεψεν(εκαπάτεψε) σκέπασε, κάλυψε, έκλεισε κπ/κτ σε κτ kapatmak tr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω gr
λιφτόνλειψό μτφ. ανόητο
λογαρίανλογαριασμός
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νουνίζ’σκέφτεται
νούντσον(προστ.) σκέψου
όλιονόλο, ολόκληρο
παί͜ειςπαίζεις
παλαλέσσατρελή
πελιάβάσανο, σκοτούρα bela tr
πιρνάπρωί, πρωινιάτικα, αύριο
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
τιδέντίποτα
τσ̌εχέλαιναάπειρη, ανώριμη, άβγαλτη cehil/cehl trae
τσιμίδ’εγκέφαλο, νου cimedia it
υστερνάκατοπινά, τελευταία
χάθ’(προστ.) χάσου
χ̌ι͜ονίζ’χιονίζει
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ακιλόπονμυαλουδάκι akıl/ʿaḳl trae
απάν’πάνω
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βρέχ̌’βρέχει
γιάμ’μήπως, ή μη ya/yā + μη trgr
γριβών’προσκολλάται, γαντζώνεται αγριφώνω<agrafer<grappa frit
δέβα(προστ.) πήγαινε
έ͜ειςέχεις
έμορφοςόμορφος/η
ευρήκωβρίσκω
ευτάν’κάνουν, φτιάχνουν εὐθειάζω gr
’καπάτεψεν(εκαπάτεψε) σκέπασε, κάλυψε, έκλεισε κπ/κτ σε κτ kapatmak tr
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λίβι͜ασύννεφα λίβος<λείβω gr
λιφτόνλειψό μτφ. ανόητο
λογαρίανλογαριασμός
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νουνίζ’σκέφτεται
νούντσον(προστ.) σκέψου
όλιονόλο, ολόκληρο
παί͜ειςπαίζεις
παλαλέσσατρελή
πελιάβάσανο, σκοτούρα bela tr
πιρνάπρωί, πρωινιάτικα, αύριο
ποίσον(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
τιδέντίποτα
τσ̌εχέλαιναάπειρη, ανώριμη, άβγαλτη cehil/cehl trae
τσιμίδ’εγκέφαλο, νου cimedia it
υστερνάκατοπινά, τελευταία
χάθ’(προστ.) χάσου
χ̌ι͜ονίζ’χιονίζει
Ο ουρανόν ’καπάτεψεν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost