Ποντιακός Στίχος

Προβολή Τραγουδιού

Α’έρ’ ι-μ’ κι Άε-Θόδωρε μ’

Καρδίας ανοιγάρ’Καρδίας ανοιγάρ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό

Συνθέτες: Παραδοσιακό

Καλλιτέχνες: Κώστας Σιαμίδης, Σωκράτης Κυψελίδης


Α’έρ’ ι-μ’ κι Άε-Θόδωρε μ’
τσοι δύ’ς να ποδεδίζω!
Πεκιάρτς να λάσκουμαι έν’ καλό,
γιόξαμ’ να γυναικίζω;

Αν γυναικί͜εις θα έν’ τ’ εσόν
έναν και μαναχόν -ι
Πεκιάρτς να λάσ̌κεσαι έν’ καλό
όλια θα είν’ τ’ εσόν -ι¹

Εγώ μίαν εγάπεσα
εύκαιρα πώς ευρέθα;
Ατώρα πουσ̌μανεύ’ ατο
σον κόσμον ντ’ εγεννέθα

Πεκιάρτς έμ’νε κι επάντρεψα
και κρούω το κιφάλι μ’
Ας σ’ έμορφα τα κορτσόπα
έχασα τ’ εχτιπάρι μ’
Γλωσσάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
Α’έρ’Αη-Γιώργη
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ατώρατώρα
γιόξαμ’ή μήπως yoksa+μη
γυναικί͜ειςβρίσκεις γυναίκα, παντρεύεσαι
γυναικίζωβρίσκω γυναίκα, νυμφεύομαι
δύ’ςδύο
εγάπεσααγάπησα
εγεννέθαγεννήθηκα
είν’είναι (για πληθ.)
έμ’νεήμουν
έμορφαόμορφα
έν’είναι
εσόνδικός/ή/ό σου
εύκαιραάδεια, χωρίς περιεχόμενο/νόημα, ανούσια, μτφ. ανοησίες, (ουσ. τα) τα μαλακά μέρη της κοιλίας, βουβώνας
ευρέθαβρέθηκα
εχτιπάριαξιοπρέπεια, κύρος, αξιοπιστία itibar/iʿtibār
κιφάλικεφάλι
κορτσόπακοριτσάκια
κρούωχτυπώ
λάσ̌κεσαιπεριφέρεσαι, τριγυρνάς, περιπλανιέσαι ἀλάομαι/ηλάσκω
λάσκουμαιπεριφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ἀλάομαι/ηλάσκω
μαναχόνμοναχός (έναρθρο), μοναχό, μόνο/μοναχά (επίρρ)
μίανμια φορά
να ποδεδίζωνα χαρώ κπ
όλιαόλα
πεκιάρτςεργένης, εργένηδες (αιτ. πληθ.) bekâr/bekār
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πουσ̌μανεύ’μετανιώνει pişman olmak<paşmān
τσοιτους/τις
Σημειώσεις
¹ Ορθ. νοηματικά «τ’ εσά -ι»

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2024

Τραγούδια: 8001 | Albums/Singles: 1225 | Συντελεστές: 1599 | Λήμματα: 13740
Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr