Ποντιακός Στίχος

Προβολή Τραγουδιού

Η κοινωνία εχάλασεν

Χορόντας και τραγωδίαςΧορόντας και τραγωδίας

Στιχουργοί: Γιώργος Αμαραντίδης

Συνθέτες: Γιώργος Αμαραντίδης

Καλλιτέχνες: Γιάννης Αραματανίδης, Γιώργος Αμαραντίδης


Η κοινωνία εχάλασεν
εψεύτυνανε όλια
Οι φίλ’, τουσ̌μάν’ εγέντανε
τα λόγι͜α τουν χοχόλια

Όλια έρθαν κι ελλάγανε!
Ποίον έν’ η φιλία;
Ο εις σον άλλον έκοψεν
και την καλημερίαν

Ατώρα πώς να εγροικάς,
τουσ̌μάνος, γιοξάμ φίλος;
Απ’ έμπρι͜α σ’ γελά κι αποπίσ’
δάκ’ σε -ν- αρ’ άμον σ̌κύλος

Άμον ντο εγροικούν θα τρών’
όλ’ ευτάνε τον φίλον
Κουνίζ’νε τα ουράδι͜α τουν
άμον ντ’ ευτάει ο σ̌κύλον

Ο άνθρωπον που καζανεύ’
κι έρχουνταν μαζεμένα
Ευτάει / Γίνεται άμον το κάστανον
«Φτου, κι απόθεν εξέβα!»¹

Και τη κοσμί’ τα στόματα
με το σ̌κοινίν ’κι δέσκουν
Εμέν π’ εκατηγόρεσαν,
τα χ̌είλια τουν να πρέσκουν
Γλωσσάρι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς
απόθεναπό που, από όπου
αποπίσ’από πίσω
ατώρατώρα
δάκ’δαγκώνω/ει
δέσκουνδένονται
εγέντανεέγιναν
εγροικάςκαταλαβαίνεις
εγροικούνκαταλαβαίνουν
εκατηγόρεσανκατηγόρησαν
ελλάγανεάλλαξαν
έμπρι͜αμπροστά
έν’είναι
εξέβαβγήκα, ανέβηκα, μτφ. προέκυψα
έρθανήρθαν
έρχουντανέρχονται
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
ευτάνεκάνουν, φτιάχνουν εὐθειάζω
εχάλασενχάλασε, έχωσε το χέρι
εψεύτυνανεέγιναν ψεύτικα
καζανεύ’κερδίζει, αποκτά kazanmak
καλημερίανκαλημέρισμα
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κοσμί’κόσμου
κουνίζ’νεκουνάνε
όλ’όλοι/α
όλιαόλα
ουράδι͜αουρές
πρέσκουνπρήζονται
τουντους
τουσ̌μάν’εχθροί düşman/duşmān
τουσ̌μάνοςεχθρός düşman/duşmān
φίλ’φίλα (προστ. φιλώ), φίλοι (πληθ. φίλον)
χοχόλιασκουπίδια
Σημειώσεις
¹ Έκφραση δηλωτική ατόμου που απαρνείται την ταπεινή καταγωγή του θεωρώντας εαυτόν ανώτερου κοινωνικού επιπέδου.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2024

Τραγούδια: 8001 | Albums/Singles: 1225 | Συντελεστές: 1599 | Λήμματα: 13740
Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr