.
.
Αγροτσ̌άλτς

Του σπαρελί’ σ’ τ’ αστάριν

Του σπαρελί’ σ’ τ’ αστάριν
Να έμ’νε, τρυγόνα μου,
[Τσ̌άνιμ, αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν!]
δέντρον σ’ έναν ομάλιν
[Ωφ, ωφ αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν!]
Έστεκε και ση ρίζα μου
[Τσ̌άνιμ, αμάν!]
έναν κρύον πεγάδιν
[Ωφ, ωφ αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν!]

Να έμ’νε, γιαβρόπο μου,
[Τσ̌άνιμ, αμάν!]
του σπαρελί’ σ’ τ’ αστάριν
[Γιαρ γιαρ αμάν!]
Έκαψες και -ν- εμάντσες με
[Τσ̌άνιμ, αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν!]
εμέν το παλληκάριν
[Ωφ, ωφ αμάν!]

Μετ’ εσέν που λάσ̌κεται
[Τσ̌άνιμ, αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν!]
χ̌αίρεται τον καιρόν ατ’
[Ωφ, ωφ αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν!]
Έλα να λαρούντανε
[Τσ̌άνιμ, αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν!]
τη καρδι͜άς ι-μ’ τα πόνι͜α
[Ωφ, ωφ αμάν! / Γιαρ, γιαρ, αμάν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αστάρινφόδρα astar/āstar trir
γιαβρόπομωράκι, μικρούλι, παιδάκι yavru + -όπον tr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
εμάντσεςμαύρισες/μουντζούρωσες από την καπνιά, κατέστρεψες, κατέκαψες μέχρι καπνιάς
έμ’νεήμουν
έστεκεστεκόταν
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
λαρούντανεγιατρεύονται, θεραπεύονται
λάσ̌κεταιπεριφέρεται, τριγυρνά, περιπλανιέται ἀλάομαι/ηλάσκω gr
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ομάλινομαλός, ίσιος δρόμος
πεγάδινβρύση
πόνι͜απόνοι
σπαρελί’σπαρελιού (μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους) spalliera it
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌άνιμψυχή μου, αγαπημένε/η μου canım<can/cān trir
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αστάρινφόδρα astar/āstar trir
γιαβρόπομωράκι, μικρούλι, παιδάκι yavru + -όπον tr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
εμάντσεςμαύρισες/μουντζούρωσες από την καπνιά, κατέστρεψες, κατέκαψες μέχρι καπνιάς
έμ’νεήμουν
έστεκεστεκόταν
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
λαρούντανεγιατρεύονται, θεραπεύονται
λάσ̌κεταιπεριφέρεται, τριγυρνά, περιπλανιέται ἀλάομαι/ηλάσκω gr
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ομάλινομαλός, ίσιος δρόμος
πεγάδινβρύση
πόνι͜απόνοι
σπαρελί’σπαρελιού (μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους) spalliera it
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌άνιμψυχή μου, αγαπημένε/η μου canım<can/cān trir
Του σπαρελί’ σ’ τ’ αστάριν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost