.
.
Μια βραδιά στο Μίθριο

Ενενήντα Χορτοθέρ’

Ενενήντα Χορτοθέρ’
fullscreen
Ενενήντα Χορτοθέρ’,
έκλαψαν ούλ’ τ’ εμετέρ’
[Αχ!] Ο Χάρος ’σέγκεν νισ̌άν’
και επέρεν τον πασ̌ά μ’
[όι, όι] ...τον πασ̌ά μ’

Είκοσ’ μήνας εμπροστά
η γαρή ατ’ πα επέθανεν
[Αχ!] Για τοι δύ’ς πα ας σα καντήλας
τ’ ελάδι͜α ’τελέθανε
[όι, όι] ...’τελέθανε

Θεέ μ’, να έ͜εις ατο γερόν
ντο είχαμ’ το κορτσόπον
Ατό το χ̌ιλιόρφανον
θ’ έχ̌’ εμάς παραθεόν
[όι, όι] ...παραθεόν

Πονείς για τον θάνατον
τη μάνας και τη κυρού
Τσ̌ατίν έν’, ’κι σύρκεται
ο πόνον τη αδερφού
[όι, όι]... τη αδερφού

Πάσ̌α, τ’ εσόν την κουτσ̌ήν
σ’ εμέναν ινάνεψες
[Αχ!] Ησύχασον σο ταφί σ’,
η κουτσ̌ή σ’ υπάντρεψεν
[όι, όι] ...υπάντρεψεν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ατόαυτό
γαρήσύζυγος, γυναίκα karı
δύ’ςδύο
έ͜ειςέχεις
ελάδι͜αλάδια
εμετέρ’δικοί μας ἡμέτερος
εμπροστάμπροστά, πρωτύτερα
έν’είναι
επέθανενπέθανε
επέρενπήρε
εσόνδικός/ή/ό σου
έχ̌’έχει
ησύχασον(προστ.) ησύχασε
θάνατονθάνατος
ινάνεψεςπίστεψες, εμπιστεύτηκες inanmak
καντήλας(τη, γεν. ενικ.) καντήλας, (τα, ονομ. πληθ.) καντήλες
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπονκοριτσάκι
κουτσ̌ήκόρη
κουτσ̌ήνκόρη
κυρούπατέρα
μήνας(τα) μήνες
νισ̌άν’σημάδι, στόχος, αρραβώνας nişan/nişān
ούλ’όλοι
παπάλι, επίσης, ακόμα
παραθεόνπροστάτη
πάσ̌απασά (βαθμός ή τίτλος τιμητικός ανώτατου πολιτικού ή στρατιωτικού επί Οθωμ. Αυτοκρατορίας), (καθομ.) άρχοντα, τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερου αδελφού paşa
πασ̌άπασά (βαθμός ή τίτλος τιμητικός ανώτατου πολιτικού ή στρατιωτικού επί Οθωμ. Αυτοκρατορίας), (καθομ.) άρχοντα, τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερου αδελφού paşa
’σέγκεν(εσέγκεν) έβαλε, εισήγαγε
σύρκεταιτραβιέται, αντέχεται
ταφίτάφο
’τελέθανε(ετελέθανε) τελείωσαν, εξαντλήθηκαν
τοιτους/τις
τσ̌ατίνσκληρό, δύσκολο çetin
υπάντρεψενπαντρεύτηκε
Χορτοθέρ’Ιούλιο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ατόαυτό
γαρήσύζυγος, γυναίκα karı
δύ’ςδύο
έ͜ειςέχεις
ελάδι͜αλάδια
εμετέρ’δικοί μας ἡμέτερος
εμπροστάμπροστά, πρωτύτερα
έν’είναι
επέθανενπέθανε
επέρενπήρε
εσόνδικός/ή/ό σου
έχ̌’έχει
ησύχασον(προστ.) ησύχασε
θάνατονθάνατος
ινάνεψεςπίστεψες, εμπιστεύτηκες inanmak
καντήλας(τη, γεν. ενικ.) καντήλας, (τα, ονομ. πληθ.) καντήλες
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπονκοριτσάκι
κουτσ̌ήκόρη
κουτσ̌ήνκόρη
κυρούπατέρα
μήνας(τα) μήνες
νισ̌άν’σημάδι, στόχος, αρραβώνας nişan/nişān
ούλ’όλοι
παπάλι, επίσης, ακόμα
παραθεόνπροστάτη
πάσ̌απασά (βαθμός ή τίτλος τιμητικός ανώτατου πολιτικού ή στρατιωτικού επί Οθωμ. Αυτοκρατορίας), (καθομ.) άρχοντα, τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερου αδελφού paşa
πασ̌άπασά (βαθμός ή τίτλος τιμητικός ανώτατου πολιτικού ή στρατιωτικού επί Οθωμ. Αυτοκρατορίας), (καθομ.) άρχοντα, τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερου αδελφού paşa
’σέγκεν(εσέγκεν) έβαλε, εισήγαγε
σύρκεταιτραβιέται, αντέχεται
ταφίτάφο
’τελέθανε(ετελέθανε) τελείωσαν, εξαντλήθηκαν
τοιτους/τις
τσ̌ατίνσκληρό, δύσκολο çetin
υπάντρεψενπαντρεύτηκε
Χορτοθέρ’Ιούλιο
Ενενήντα Χορτοθέρ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost