.
.
Πολλά είπανε για τ’ εμέν

Κάποτε φορείς κόκκινα, κάποτε γερανέα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Κάποτε φορείς κόκκινα, κάποτε γερανέα
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Κάποτε φορείς κόκκινα,
κάποτε γερανέα
Έκαψες το καρδόπο μου
’ποίκες ατο μανέαν

Θεέ μ’, δος μα υπομονήν
ντο είχα ετελέθεν
Σ’ όλια τα τέρτι͜α άντεξεν
ση σεβντάν ’κ’ εκανέθεν

Η φοτά σ’ και τα τσ̌αρούχ̌ι͜α σ’
αφόρετα, γενία
Φόρ’ α̤τα κι έλα μετ’ εμέν
’κι θα ζούμ’ αλλομίαν

Όλα τα ραχ̌ι͜ά λάσκουμαι
και -ν- όλια τα χωρία
Τ’ αρνί μ’ κανείς ’κι ομοίασεν
να παίρω παρ’γορίαν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αλλομίανάλλη μια φορά, άλλη φορά, ξαφνικά
γενίακαινούρια yeni tr
γερανέαγαλάζια
δοςδώσε
δος μαδώσε μου
εκανέθενήταν αρκετό/ή, επάρκεσε για κτ ἱκανόω gr
ετελέθεν(αμτβ.) τελείωσε, εξαντλήθηκε, μτφ. πέθανε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λάσκουμαιπεριφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ἀλάομαι/ηλάσκω gr
μανέανκαπνιά, μαυρισμένος/η/ο από καπνιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
όλιαόλα
ομοίασενέμοιασε
παίρωπαίρνω
παρ’γορίανπαρηγοριά
’ποίκες(εποίκες) έκανες, έφτιαξες ποιέω-ῶ gr
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τσ̌αρούχ̌ι͜αδερμάτινα υποδήματα, δεμένα με λουριά που περνούν από οπές çarık tr
φόρ’(προστ.) φόρεσε
φορείςφοράς
φοτάμέρος γυναικείας ενδυμασίας που έμπαινε πάνω από το λαχόρι, το ζωνάρι το οποίο έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους πάνω από τη ζιπούνα, γεν. ποδιά futa ae
χωρίαχωριά
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αλλομίανάλλη μια φορά, άλλη φορά, ξαφνικά
γενίακαινούρια yeni tr
γερανέαγαλάζια
δοςδώσε
δος μαδώσε μου
εκανέθενήταν αρκετό/ή, επάρκεσε για κτ ἱκανόω gr
ετελέθεν(αμτβ.) τελείωσε, εξαντλήθηκε, μτφ. πέθανε
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
λάσκουμαιπεριφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ἀλάομαι/ηλάσκω gr
μανέανκαπνιά, μαυρισμένος/η/ο από καπνιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
όλιαόλα
ομοίασενέμοιασε
παίρωπαίρνω
παρ’γορίανπαρηγοριά
’ποίκες(εποίκες) έκανες, έφτιαξες ποιέω-ῶ gr
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τσ̌αρούχ̌ι͜αδερμάτινα υποδήματα, δεμένα με λουριά που περνούν από οπές çarık tr
φόρ’(προστ.) φόρεσε
φορείςφοράς
φοτάμέρος γυναικείας ενδυμασίας που έμπαινε πάνω από το λαχόρι, το ζωνάρι το οποίο έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους πάνω από τη ζιπούνα, γεν. ποδιά futa ae
χωρίαχωριά
Κάποτε φορείς κόκκινα, κάποτε γερανέα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost