.
.
Τη καρδι͜άς ι-μ’ το φυλλάνοιγμαν

Η τσ̌ακλι͜αρομμάταινα

Η τσ̌ακλι͜αρομμάταινα
Τ’ ομματόπα σ’ τα τσ̌ακλάρι͜α
έκαψαν τα παλληκάρι͜α
Εδουκάλεψαν τον ταύρον
έκαψαν κι εμέν τον μαύρον

Τα στομόχ̌ειλα σ’ κιπρίτι͜α
άφ’νε και κολλίζ’νε οσπίτι͜α
Τα φιλέματα σ’ σερμπέτι͜α
τρως και χάν’ντανε τα τέρτι͜α

Σο ζαΐφκον την καρδίαν
δος εγάπ’ να έ͜εις και υείαν
Μη δί’ς πάντα μαχ̌αιρέαν
και κινθι͜άεις με την κινθέαν

Η πορπάτι͜α σ’ παιδεμένον
τίκια και περ’φανεμένον
Ποδεδίζω σε, Κερεκή μ’!
Τ’ εμόν είσαι, ψ̌η μ’, το τέκιν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άφ’νεανάβουν
δί’ςδίνεις
δοςδώσε
έ͜ειςέχεις
εγάπ’αγάπη
εδουκάλεψαντου έβαλαν το δουκάλι=καπίστρι
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf trae
ΚερεκήΚυριακή
κινθέαντσουκνίδα
κινθι͜άειςτσιμπάς
κιπρίτι͜ασπίρτα kibrit/kibrīt trae
κολλίζ’νεκολλάνε, συγκολλούν κτ • ανάβουν, βάζουν φωτιά, πυρπολούν • ονομάζουν, αποκαλούν • μτφ. καταστρέφουν ολοσχερώς
μαχ̌αιρέανμαχαιριά
ομματόπαματάκια
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
περ’φανεμένονπεριφρονημένο
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πορπάτι͜απερπατησιά
σερμπέτι͜αγλυκά şerbet/şarbat trae
στομόχ̌ειλατα χείλια του στόματος
τέκινμονό, μοναδικό tek tr
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τίκιαστητά dik tr
τσ̌ακλάρι͜αγκριζωπά μπλε, γαλανά çakırlar tr
υείανυγεία
φιλέματαφιλιά
χάν’ντανεχάνονται, διώχνονται
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άφ’νεανάβουν
δί’ςδίνεις
δοςδώσε
έ͜ειςέχεις
εγάπ’αγάπη
εδουκάλεψαντου έβαλαν το δουκάλι=καπίστρι
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
ζαΐφκονισχνό, αδύνατο, ελλιπές zayıf/żaʿīf trae
ΚερεκήΚυριακή
κινθέαντσουκνίδα
κινθι͜άειςτσιμπάς
κιπρίτι͜ασπίρτα kibrit/kibrīt trae
κολλίζ’νεκολλάνε, συγκολλούν κτ • ανάβουν, βάζουν φωτιά, πυρπολούν • ονομάζουν, αποκαλούν • μτφ. καταστρέφουν ολοσχερώς
μαχ̌αιρέανμαχαιριά
ομματόπαματάκια
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
περ’φανεμένονπεριφρονημένο
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ) gr
πορπάτι͜απερπατησιά
σερμπέτι͜αγλυκά şerbet/şarbat trae
στομόχ̌ειλατα χείλια του στόματος
τέκινμονό, μοναδικό tek tr
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τίκιαστητά dik tr
τσ̌ακλάρι͜αγκριζωπά μπλε, γαλανά çakırlar tr
υείανυγεία
φιλέματαφιλιά
χάν’ντανεχάνονται, διώχνονται
ψ̌ηψυχή
Η τσ̌ακλι͜αρομμάταινα
Σημειώσεις
τσ̌ακλι͜αρομμάταινα: η γαλανομάτα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost