.
.
Το φίλεμα σ’ μελένιον

Νε σ̌κύλ’ αφορισμένον

Νε σ̌κύλ’ αφορισμένον
Αρνί μ’, έρθεν η άνοιξην
θα εβγαίν’νε τ’ οφίδι͜α
Νασάν που κάθεται σ’ οσπίτ’,
ν’ αϊλί που πάει σ’ αιγ̆ίδι͜α

Σ’ οσπίτι σ’ εβραδι͜άσκουμ’νε,
πώς ’κ’ έλεες με «μένον»;
Ατσ̌ά τίναν εγάπανες,
νε σ̌κύλ’ αφορισμένον;

Ατόν τηνάν εγάπεσες,
Θεέ μ’, να παλαλούται!
Σ’ ορμάνι͜α να ταράεται
να πάει ρούζ’ και σκοτούται

Σ̌εκέριν εψαλάφεσα
Είπε με «σο σακκίν έν’»
Εχάλασα σον κόλφον ατ’ς
Είπε με «τ’ εσά ’κ’ είναι»
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αιγ̆ίδι͜ακατσίκες
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
ατσ̌άάραγε acep/ʿaceb trae
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
εβγαίν’νεβγαίνουν
εβραδι͜άσκουμ’νεβραδιαζόμουν
εγάπανεςαγαπούσες
εγάπεσεςαγάπησες
έλεεςέλεγες
έν’είναι
έρθενήρθε
εσάδικά σου/σας
εχάλασαχάλασα, έχωσα το χέρι
εψαλάφεσαζήτησα, αιτήθηκα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κόλφοναγκαλιά, κόλπο, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος, στήθος της γυναίκας κόλπος gr
μένον(προστ.) μείνε
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νασάνχαρά σε
ορμάνι͜αδάση orman tr
οσπίτ’σπίτι hospitium<hospes it
οσπίτισπίτι hospitium<hospes it
οφίδι͜αφίδια
παλαλούταιτρελαίνεται
ρούζ’πέφτει, ρίχνει, μτφ. αναλογεί
σ̌εκέρινζάχαρη şeker < şakar (περσ.) < śakkharā (οψ. σανσκ.) < śárkarā (σανσκριτ.) tririn
σκοτούταισκοτώνεται
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
ταράεταιαναμιγνύεται, ανακατεύεται, μπλέκεται ταράσσω gr
τηνάναυτόν/ην που
τίνανποιον/α
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αιγ̆ίδι͜ακατσίκες
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
ατσ̌άάραγε acep/ʿaceb trae
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
εβγαίν’νεβγαίνουν
εβραδι͜άσκουμ’νεβραδιαζόμουν
εγάπανεςαγαπούσες
εγάπεσεςαγάπησες
έλεεςέλεγες
έν’είναι
έρθενήρθε
εσάδικά σου/σας
εχάλασαχάλασα, έχωσα το χέρι
εψαλάφεσαζήτησα, αιτήθηκα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κόλφοναγκαλιά, κόλπο, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος, στήθος της γυναίκας κόλπος gr
μένον(προστ.) μείνε
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νασάνχαρά σε
ορμάνι͜αδάση orman tr
οσπίτ’σπίτι hospitium<hospes it
οσπίτισπίτι hospitium<hospes it
οφίδι͜αφίδια
παλαλούταιτρελαίνεται
ρούζ’πέφτει, ρίχνει, μτφ. αναλογεί
σ̌εκέρινζάχαρη şeker < şakar (περσ.) < śakkharā (οψ. σανσκ.) < śárkarā (σανσκριτ.) tririn
σκοτούταισκοτώνεται
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
ταράεταιαναμιγνύεται, ανακατεύεται, μπλέκεται ταράσσω gr
τηνάναυτόν/ην που
τίνανποιον/α
Νε σ̌κύλ’ αφορισμένον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost