.
.
Σ’ αυτόν που τον έλεγαν Γώγο

Προσ̌κύνεσα το κορωνίδ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Προσ̌κύνεσα το κορωνίδ’
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ατό το μαύρον το λετσ̌έκ’
αρ’ ντο δέντς χαμελά-ι;
Πασ̌κείμ’ ντ’ έν’ ας σην εντροπή σ’,
ας σον εξέρτς πολλά [έν’];

Ατό το σπαρελόπο σου
γουρπάν’ όθεν κι αν κείται
Εξήντα χρονών γέροντα
ευτάει ατον και νείται

Κουτνίν σπαρέλ’ θα ’φτάγω σε,
κουμάσ̌’ Χατσ̌αβερίτ’κον
Να έχ̌’ ράψην Καπίκεης
και χάρτσ̌ιν Λιβερίτ’κον

♫

Έρθα -ν-, αρνί μ’, σ’ οσπιτόπο σ’
η πόρτα σ’ κλειδωμένον [νέι]
[Έφαες με πουλί μ’, έφαες με]
Προσ̌κύνεσα το κορωνίδ’,
[Πουλίκα μ’, το κορωνίδ’]
εκλώστα οπίσ’ κλαιμένον
[Έι, έι, έι πουλί μου]
Προσ̌κύνεσα το κορωνίδ’,
[Πουλίκα μ’, το κορωνίδ’, νέι]
εκλώστα οπίσ’ κλαιμένον
[Έι, έι, έι πουλί μου]

♫

Ραχ̌ι͜ά και ραχ̌οκέφαλα,
ορμάνια και κοιλάδι͜α
Εσάς θα σ̌ολιατεύ’νε σας
κορίτσ̌ι͜α και νυφάδι͜α
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατόαυτό
γουρπάν’θυσία kurban/ḳurbān trae
δέντςδένεις
εκλώστα(αμετάβ.) γύρισα, επέστρεψα
έν’είναι
εντροπήντροπή
εξέρτςξέρεις, γνωρίζεις
έρθαήρθα
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
έφαεςέφαγες
έχ̌’έχει
κείταικείτεται, ξαπλώνει
κλαιμένονκλαμένο/η
κορωνίδ’ρόπτρο πόρτας
κουμάσ̌’υφαντό υλικό από βαμβάκι, μαλλί, μετάξι κ.λπ. που υφαίνεται σε μηχανή, δαντέλα kumaş/ḳumāş trae
κουτνίνείδος χοντρού, στενού υφάσματος υφασμένου από βαμβάκι ή από βαμβάκι αναμεμειγμένο με μετάξι kutnu/ḳuṭnī<qutn (قُطْن)=βαμβάκι trae
λετσ̌έκ’γυναικείο μαντίλι που χρησίμευε ως κάλυμμα κεφαλής δεμένο σε σχήμα τριγώνου leçek<laçak trir
νείταιανανεώνεται, ξανανιώνει
νυφάδι͜ανύφες
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
οπίσ’πίσω
ορμάνιαδάση orman tr
οσπιτόποσπιτάκι hospitium<hospes + -όπον it
πασ̌κείμ’μήπως, μήπως (και) πᾶς καί ἔνι gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πουλίκαπουλάκι
προσ̌κύνεσα(επροσ̌κύνεσα) προσκύνησα
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
ραχ̌οκέφαλακορφές βουνών
ράψηνραφή
σ̌ολιατεύ’νεδίνουν χαρά, ψυχαγωγούν, μτφ. ζωντανεύουν şenlenmek tr
σπαρέλ’μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
σπαρελόπομέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
χαμελάχαμηλά
χάρτσ̌ινσυμπληρωματικό ή διακοσμητικό σιρίτιο που χρησιμοποιείται κατά το ράψιμο ρούχων harç<ḫarc trae
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ας σοναπ’ τον ασό σον (από τον)
ατόαυτό
γουρπάν’θυσία kurban/ḳurbān trae
δέντςδένεις
εκλώστα(αμετάβ.) γύρισα, επέστρεψα
έν’είναι
εντροπήντροπή
εξέρτςξέρεις, γνωρίζεις
έρθαήρθα
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω gr
έφαεςέφαγες
έχ̌’έχει
κείταικείτεται, ξαπλώνει
κλαιμένονκλαμένο/η
κορωνίδ’ρόπτρο πόρτας
κουμάσ̌’υφαντό υλικό από βαμβάκι, μαλλί, μετάξι κ.λπ. που υφαίνεται σε μηχανή, δαντέλα kumaş/ḳumāş trae
κουτνίνείδος χοντρού, στενού υφάσματος υφασμένου από βαμβάκι ή από βαμβάκι αναμεμειγμένο με μετάξι kutnu/ḳuṭnī<qutn (قُطْن)=βαμβάκι trae
λετσ̌έκ’γυναικείο μαντίλι που χρησίμευε ως κάλυμμα κεφαλής δεμένο σε σχήμα τριγώνου leçek<laçak trir
νείταιανανεώνεται, ξανανιώνει
νυφάδι͜ανύφες
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
οπίσ’πίσω
ορμάνιαδάση orman tr
οσπιτόποσπιτάκι hospitium<hospes + -όπον it
πασ̌κείμ’μήπως, μήπως (και) πᾶς καί ἔνι gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πουλίκαπουλάκι
προσ̌κύνεσα(επροσ̌κύνεσα) προσκύνησα
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
ραχ̌οκέφαλακορφές βουνών
ράψηνραφή
σ̌ολιατεύ’νεδίνουν χαρά, ψυχαγωγούν, μτφ. ζωντανεύουν şenlenmek tr
σπαρέλ’μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
σπαρελόπομέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
χαμελάχαμηλά
χάρτσ̌ινσυμπληρωματικό ή διακοσμητικό σιρίτιο που χρησιμοποιείται κατά το ράψιμο ρούχων harç<ḫarc trae
Προσ̌κύνεσα το κορωνίδ’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost