.
.
Το παιδί του Πόντου

Οι πρόσφυγες

Οι πρόσφυγες
Αραπάδας γοσ̌εμένα
με ποχτσ̌άδας φορτωμένα
Ψ̌ήα παραπονεμένα
και τα γούλας κρεμαμένα

Έρημα οσπίτι͜α αφήν’νε
και πικρά φαρμάκια πίν’νε
Σα παπόρι͜α ατείν’ εμπαίν’νε
και με μαύρα δάκρυ͜α κλαίνε

Μανάδες τα παιδία
αραεύ’νε σα γιαζία
Βρούλας τον Πόντον σαρεύ’νε
και τα υπάρχοντα τουν καίγ’νε

Φεύ’νε και οπίσ’ τερούνε
εικονίσματα κρατούνε
Η καρδία τουν ματούται
και η γούλα τουν γομούται

Όσα χρόνι͜α κι αν δι͜αβαίν’νε
τα γεράδας θ’ απομέν’νε
Πάππον σο εγγόν’ θα λέει
για τον Πόντον και θα κλαίει

Είχαμε έναν πατρίδαν
του πολιτισμού κοιτίδαν
Έχτιζαμε εκεί αιώνες
του Πόντου τους Παρθενώνες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απομέν’νεαπομένουν
αραεύ’νεψάχνουν, αναζητούν, γυρεύουν aramak tr
αραπάδαςάμαξες araba tr
ατείν’αυτοί
αφήν’νεαφήνουν
βρούλας(τη) φλόγας, (τα) φλόγες brûler fr
γεράδαςπληγές, τραύματα yara tr
γιαζίαπεδιάδες, εξοχή, ύπαιθρος yazı tr
γομούταιγεμίζει, βουρκώνει, κομπιάζει
γοσ̌εμέναζεμένα koşmak tr
γούλαλαιμός gula it
γούλας(ον. πληθ.) λαιμοί, (γεν. εν.) λαιμού gula it
δι͜αβαίν’νε(για τόπο) περνούν, διασχίζουν, (για χρόνο) περνούν (γενικότερα) περνούν, παύουν, τελειώνουν διαβαίνω gr
εμπαίν’νεμπαίνουν
καίγ’νεκαίνε
κρεμαμένακρεμασμένα
ματούταιματώνει
οπίσ’πίσω
όσαόσες φορές, κάθε που, όποτε
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
παιδίαπαιδιά
παπόρι͜αβαπόρια, καράβια vapore it
πάππονπαππούς
πίν’νεπίνουν
ποχτσ̌άδαςδεμάτια από μεγάλο ύφασμα που διπλώνεται στις τέσσερις γωνίες bohça tr
σαρεύ’νετυλίγουν, περικυκλώνουν, εναγκαλίζονται, μτφ. αρέσουν σε sarmak tr
τερούνεκοιτούν
τουντους
φεύ’νεφεύγουν
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απομέν’νεαπομένουν
αραεύ’νεψάχνουν, αναζητούν, γυρεύουν aramak tr
αραπάδαςάμαξες araba tr
ατείν’αυτοί
αφήν’νεαφήνουν
βρούλας(τη) φλόγας, (τα) φλόγες brûler fr
γεράδαςπληγές, τραύματα yara tr
γιαζίαπεδιάδες, εξοχή, ύπαιθρος yazı tr
γομούταιγεμίζει, βουρκώνει, κομπιάζει
γοσ̌εμέναζεμένα koşmak tr
γούλαλαιμός gula it
γούλας(ον. πληθ.) λαιμοί, (γεν. εν.) λαιμού gula it
δι͜αβαίν’νε(για τόπο) περνούν, διασχίζουν, (για χρόνο) περνούν (γενικότερα) περνούν, παύουν, τελειώνουν διαβαίνω gr
εμπαίν’νεμπαίνουν
καίγ’νεκαίνε
κρεμαμένακρεμασμένα
ματούταιματώνει
οπίσ’πίσω
όσαόσες φορές, κάθε που, όποτε
οσπίτι͜ασπίτια hospitium<hospes it
παιδίαπαιδιά
παπόρι͜αβαπόρια, καράβια vapore it
πάππονπαππούς
πίν’νεπίνουν
ποχτσ̌άδαςδεμάτια από μεγάλο ύφασμα που διπλώνεται στις τέσσερις γωνίες bohça tr
σαρεύ’νετυλίγουν, περικυκλώνουν, εναγκαλίζονται, μτφ. αρέσουν σε sarmak tr
τερούνεκοιτούν
τουντους
φεύ’νεφεύγουν
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
Οι πρόσφυγες

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost